Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας – Θράκης, όπως κατατέθηκε στις 14/9 στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της δημόσιας διαβούλευσης Open Gov.

 

Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας – Θράκης

Στα πλαίσια της δημόσιας διαβούλευσης του Σχεδίου Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση) και συγκεκριμένα για το άρθρο 3 και την αναγνώριση του ρόλου της θήρας ως εργαλείου περιβαλλοντικής διαχείρισης, η Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας Θράκης καταθέτει τα εξής:

Σε ότι αφορά στην ουσία της διαβούλευσης και το αν πρέπει ή όχι να αναγνωριστεί θεσμικά ο ρόλος της θήρας ως εργαλείου περιβαλλοντικής διαχείρισης, συμφωνούμε απόλυτα με τις πλήρως τεκμηριωμένες θέσεις που διατύπωσε η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος και άλλες Κυνηγετικές Οργανώσεις.

Συμπληρωματικά στα όσα ήδη ορθά έχουν κατατεθεί και προς διευκόλυνση των διαχειριστών, για να μην επαναλάβουμε θέσεις με τις οποίες δηλώσαμε πως συμφωνούμε και έχουν ήδη κατατεθεί στη διαβούλευση, αναφέρουμε πως:

Η αναγνώριση της θήρας ως εργαλείου περιβαλλοντικής διαχείρισης σημαίνει το ότι αναγνωρίζεται το κυνήγι ως εν δυνάμει διαχειριστική επιλογή.

Στην πράξη αυτό εφαρμόζεται εδώ και χρόνια διεθνώς, κυρίως σε περιπτώσεις που απαιτείται πληθυσμιακός έλεγχος ενός είδους και σε περιπτώσεις που απαιτείται η σύλληψη ή η θανάτωση μικρού μέρους ενός πληθυσμού, με σκοπό τη διερεύνηση παθογόνων ή άλλων παραγόντων, οι οποίοι δεν είναι εφικτό να διερευνηθούν με άλλο τρόπο για διάφορους λόγους.

Ο πληθυσμιακός έλεγχος ενός είδους, ή η σύλληψη ή θανάτωση ενός ζώου για λόγους ερευνητικούς εφαρμόζονται διαχειριστικά μεταξύ άλλων όταν:
1. Υπάρχει υπερπληθυσμός ενός θηρεύσιμου είδους (αγριόχοιρος, αγριοκούνελο στην Ελλάδα)
2. Υπάρχει ζήτημα δημόσιας υγείας (αλεπού – ενεργητική επιτήρηση της λύσσας, στην Ελλάδα)
3. Υπάρχει ζήτημα ξενικών εισβαλλόντων ειδών (μινκ – μυοκάστορας, στην Ελλάδα)
4. Υπάρχει ζήτημα υγείας των άγριων ζώων (γρίπη των πτηνών, στην Ελλάδα)
5. Υπάρχει ζήτημα υγείας των εκτρεφόμενων ζώων και κατ΄ επέκταση του πρωτογενούς τομέα της κτηνοτροφίας (αφρικανική πανώλη των χοίρων, ενδεχομένως και στην Ελλάδα)

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αρμόδια διαχειριστική αρχή, οφείλει να προβεί σε σύλληψη, ή θανάτωση, μέρους του πληθυσμού ενός είδους, ανάλογα με τις διαχειριστικές ανάγκες.
Αυτό εφαρμόζεται διεθνώς και θεωρούμε πως δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Ο φορέας, ο χρόνος, ο τρόπος, τα μέσα και το θεσμικό πλαίσιο υλοποίησης της σύλληψης ή της θανάτωσης ενός ή περισσότερων ατόμων, ενός ή περισσότερων ειδών, αποτελεί αντικείμενο της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας και επιλογή της εκάστοτε αρμόδιας διαχειριστικής αρχής.

Ανεξάρτητα όμως από το φορέα, το χρόνο, τον τρόπο, τα μέσα και το θεσμικό πλαίσιο με το οποίο θα επιχειρηθεί η σύλληψη ή η θανάτωση ενός ζώου, το διαχειριστικό εργαλείο, το εργαλείο δηλαδή της αρμόδιας διαχειριστικής αρχής, είναι αποκλειστικά η θήρα.
Είτε πρόκειται για θηρεύσιμο είδος, είτε για μη θηρεύσιμο, είτε πρόκειται για θηλαστικό είτε για ερπετό ή έντομο, η διαδικασία της σύλληψης ή θανάτωσης του, εφόσον επιτάσσεται από κάποιο διαχειριστικό σκοπό, ονομάζεται θήρα ή κυνήγι, σε όλα τα σύγχρονα λεξικά.
Είτε γίνει με τόξο, είτε με πυροβόλο όπλο, είτε γίνει από κυνηγό ή από υπάλληλο της Δασικής Υπηρεσίας, είτε γίνει Χειμώνα, είτε Καλοκαίρι, η διαδικασία της σύλληψης ή θανάτωσης ενός ζώου, εφόσον επιτάσσεται από κάποιον διαχειριστικό σκοπό, ονομάζεται θήρα ή κυνήγι στην Ελληνική γλώσσα.
Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία ή προσέγγιση, υστερεί εννοιολογικά και πάσχει ουσιαστικά, με αποτέλεσμα μόνο ως άτοπη να μπορεί να χαρακτηριστεί.
Θεωρούμε πως σε αυτό το πνεύμα κινήθηκαν οι συντάκτες του άρθρου 3 του «Σχεδίου Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση)», το οποίο αποτελεί το αντικείμενο αυτής της διαβούλευσης και τους συγχαίρουμε για αυτό.

Δυστυχώς, διαπιστώνουμε πως ΚΑΝΕΝΑΣ από όσους έχουν εκφραστεί αρνητικά στην αναγνώριση της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης, δεν έχει αντιληφθεί τα παραπάνω και η επιχειρηματολογία όσων εναντιώνονται κινείται στη σφαίρα της δημιουργικής φαντασίας, στις περιπτώσεις τουλάχιστον που δεν κινείται στη σφαίρα της υβρεολογίας και της προσβλητικότητας.

Στο βαθμό που ισχύει αυτή η θλιβερή διαπίστωση, ότι δεν έχει γίνει δηλαδή ορθή ερμηνεία της συγκεκριμένης φράσης από όσους εναντιώνονται σε αυτή, θα πρέπει αυτόματα να απορριφθούν κατά τη γνώμη μας όλα τα αρνητικά σχόλια που έχουν υποβληθεί, ως εκτός θέματος.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη και προβληματισμό η απαξίωση και υποβάθμιση της συγκεκριμένης ιδιαίτερα σημαντικής διαβούλευσης, που σηματοδοτεί το γεγονός πως η μόνη αναφορά την οποία έκριναν σκόπιμο να σχολιάσουν τα στελέχη των περιβαλλοντικών ΜΚΟ, αλλά ακόμη και ορισμένοι εκπρόσωποι δημόσιων υπηρεσιών, για το μέλλον της Ελληνικής δασοπονίας, είναι αυτή που αναγνωρίζει (ορθά όπως αποδεικνύεται από την πλειοψηφία των επιχειρημάτων των σχολίων που κατατέθηκαν) το ρόλο της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης.

Εκτιμούμε επομένως πως το φαινόμενο που θα χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διαβούλευση από τη λήξη της και μετά στο διηνεκές, θα είναι η πλήρης απουσία των περιβαλλοντικών ΜΚΟ από το διάλογο αυτού του τόσο σημαντικού ζητήματος σε όλα τα άλλα ιδιαίτερα σημαντικά ζητήματα που περιλαμβάνει πλην της θήρας, και η εμμονική – μη επιστημονική αντίθεση που επιδεικνύουν ενάντια στο κυνήγι γενικώς.

Θα θέλαμε να τοποθετηθούμε και να εκφράσουμε τη γνώμη μας σε όλα τα άρθρα της υπό διαβούλευσης Εθνικής Στρατηγικής για τα δάση. Αυτό άλλωστε πράξαμε στο παρελθόν σε κάθε αντίστοιχη διαβούλευση, όπου ως χρήστες του φυσικού περιβάλλοντος, δεν τοποθετούμαστε μονομερώς και αποκλειστικά για το κυνήγι, αλλά ευρύτερα.

Οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ, αλλά και διάφοροι πολίτες όμως, οι οποίοι χωρίς τεκμηρίωση ή ακόμη και με ύβρεις σε ορισμένες περιπτώσεις, εναντιώνονται με φανατισμό στην αναγνώριση του ρόλου της θήρας ως περιβαλλοντικό εργαλείο, δεν αφήνουν τα περιθώρια να εκφραστούμε και σε ζητήματα που δε σχετίζονται με τη θήρα.

Εκτιμούμε πως η συγκεκριμένη πρωτοβουλία του ΥΠΕΝ, αποτελεί μοναδική ίσως ευκαιρία, για να ενταχθεί και να αναγνωριστεί όχι μόνο η θήρα, αλλά και κάθε παραδοσιακή – διαχρονική μορφή χρήσης γης των Ελληνικών δασικών οικοσυστημάτων, όπως η υλοτομία, η εκτατική κτηνοτροφία, η αλιεία, η μελισσοκομία κ.α. στην Εθνική στρατηγική για τα δάση, όχι μόνο της επόμενης εικοσαετίας, αλλά ευρύτερα στα πλαίσια της Εθνικής Στρατηγικής για τα δάση.
Διαχείριση χωρίς τους χρήστες απλά δε μπορεί να υπάρξει.

Στην παράγραφο 2. Του άρθρου 3, αναφέρονται τα εξής:
«Τα βασικά χαρακτηριστικά του προτύπου Μεσογειακής Δασοπονίας είναι:
……Η προσαρμογή του στις ιδιαιτερότητες των Ελληνικών δασικών οικοσυστημάτων και στην κλίμακα του μεσογειακού τοπίου, αναγνωρίζοντας την ιστορικότητά του και σεβόμενο την τοπική γνώση στη διαχείρισή του, διατηρώντας έτσι το μωσαϊκό και την ποικιλία των χρήσεων γης. Ότι είναι ανοιχτό στη συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες, επιδεκτικό στην υιοθέτηση παραδοσιακών και καινοτόμων καλών πρακτικών που βασίζονται στη διεπιστημονικότητα και που διευκολύνει την επιστημονική συνεργασία και έρευνα.»

Η συγκεκριμένη αναφορά από μόνη της είναι αρκετή για να αναγνωριστούν η θήρα, η υλοτομία, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η αλιεία και φυσικά η γεωργία, εντός και πλησίον των δασικών οικοσυστημάτων, ως πολύτιμα εργαλεία διαχείρισης και ως οι σημαντικότερες επιλογές στα χέρια της εκάστοτε διαχειριστικής αρχής.

Ευχόμαστε να επικρατήσει η επιστήμη και η λογική και να μην πάει χαμένη αυτή η τόσο σημαντική ευκαιρία για την Ελληνική δασοπονία.